Αἰθιοπικός


Αἰθιοπικός
3 эфиопский

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Αἰθιοπικός" в других словарях:

  • Αἰθιοπικός — Burnt face masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθιοπικός — Burnt face masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθιοπικός — ή, ό (Α αἰθιοπικός, ή, όν) [Αἰθίοψ] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους Αιθίοπες και στην Αιθιοπία …   Dictionary of Greek

  • Αἰθιοπικά — Αἰθιοπικός Burnt face neut nom/voc/acc pl Αἰθιοπικά̱ , Αἰθιοπικός Burnt face fem nom/voc/acc dual Αἰθιοπικά̱ , Αἰθιοπικός Burnt face fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθιοπικά — Αἰθιοπικός Burnt face neut nom/voc/acc pl αἰθιοπικά̱ , Αἰθιοπικός Burnt face fem nom/voc/acc dual αἰθιοπικά̱ , Αἰθιοπικός Burnt face fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰθιοπικῶν — Αἰθιοπικός Burnt face fem gen pl Αἰθιοπικός Burnt face masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθιοπικῶν — Αἰθιοπικός Burnt face fem gen pl Αἰθιοπικός Burnt face masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰθιοπικόν — Αἰθιοπικός Burnt face masc acc sg Αἰθιοπικός Burnt face neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθιοπικόν — Αἰθιοπικός Burnt face masc acc sg Αἰθιοπικός Burnt face neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰθιοπικοῖς — Αἰθιοπικός Burnt face masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθιοπικοῖς — Αἰθιοπικός Burnt face masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)